Βρέθηκα στην αρχή κάποιου δρόμου, ήταν μεγάλος σε μήκος αλλά στενός, αριστερά και δεξιά ζωγραφιές, οι περισσότερες παιδιών, μαργαρίτες, παιχνίδια, χαρούμενα πρόσωπα, αλλά και κάποιες άλλες που το θέμα τους δεν ήταν συγκεκριμένο. Κάτω στρωμένη μαύρη πέτρα που δεχόταν τις ψιχάλες της βροχής με αγάπη αφού καθαρίζονταν από αυτές. Κατά μήκος του δρόμου κολώνες παλιές, ταλαιπωρημένες από το πέρασμα του χρόνου, κρατούσαν πάνω τους λάμπες σαν σκουλαρίκια στα αυτιά μιας γερόντισσας που θέλει ως το τέλος να δείχνει όμορφη. Ο φωτισμός τους αχνός σχεδόν άρρωστος που όμως έδινε μια άλλη διάσταση στον δρόμο και σε έκανε να πιστεύεις ότι αυτή είναι η είσοδος σε έναν διαφορετικό κόσμο ποιο κοντά στα όνειρα!

Πήρα την απόφαση να προχωρήσω μέσα σε αυτόν τον περίεργο δρόμο, κοιτούσα δίπλα μου τις ζωγραφιές και παρατήρησα κάτι, οι περισσότερες από τις ζωγραφιές ήταν γεμάτες αίμα! Παντού αίμα, πάνω στα χαμόγελα των παιδιών, στα πέταλα των μαργαριτών, παντού! Με αυτή την παρατήρηση μου έκανε την εμφάνιση του ένας ξένος. Ψηλός, σχεδόν πελώριος, ντυμένος στα μαύρα με ένα καπέλο το οποίο κάλυπτε το πρόσωπο του, στα χείλια του σιγόκαιγε ένα τσιγάρο, λες και το είχε ξεχάσει εκεί από καιρό. Σήκωσε το δεξί του χέρι και προσπάθησε να με αγγίξει! Τρόμαξα, προσπάθησα να καταλάβω τον λόγο της κίνησης του. Τον ρώτησα ποιος είναι και τι θέλει. Μου είπε το όνομα του, όπως και το ότι έκανα λάθος που απομακρύνθηκα. Μου είπε ότι τον ξέρω, όχι μόνο εγώ αλλά όλοι όσοι έχουν αμαρτήσει! Εκείνη την στιγμή πήρε μια τζούρα και είδα το πρόσωπο του, κιτρινιάρικο γεμάτο χαρακιές με ένα χαμόγελο που με έκανε να νομίζω ότι έχει τις απαντήσεις για ότι τον ρωτούσα! Παρατήρησα και κάτι άλλο, στο χέρι του είχε ένα σημάδι το οποίο δεν έμοιαζε με τίποτα από αυτά που έχω δει! Ίσως ήταν κάποιο σύμβολο κάποιας αίρεσης ή κάτι παρόμοιο…μόλις κατάλαβε ότι το είδα έκρυψε το χέρι του, ένοιωσε άβολα σκέφτηκα και αποφάσισα να τον ρωτήσω για την ιστορία αυτού του δρόμου. Δεν μου απάντησε, μόνο με έβαλε να κοιτάξω μια ζωγραφιά! Απίστευτο, η ζωγραφιά απεικονίζει εμένα! Τότε ξεκίνησε να μου μιλά, μου είπε ότι οι ζωγραφιές δεν είναι φτιαγμένες από χέρι ανθρώπου, μα από την μοίρα! Κάθε ζωγραφιά έχει για δημιουργό της την σκέψη! Τα λόγια του με έβαλαν σε σκέψεις, είδα ξανά την ζωγραφιά, ήμουν εγώ με αυτόν, αλλά ήταν διαφορετικός, μπορούσα να δω το πρόσωπο του, ήταν χαμογελαστός! Δεν άντεξα και τον ρώτησα τι σημαίνουν όλα αυτά. Μου είπε πως ο δρόμος έχει μνήμη, κάθε διαβάτης που περνάει από’δώ αφήνει, χωρίς να το ξέρει, μια ζωγραφιά, η οποία δείχνει αυτό που πραγματικά θέλει. Όσες έχουν λερωθεί με αίμα είναι κάποια όνειρα που έμειναν όνειρα, κάποιες σκέψεις που δεν πραγματοποιήθηκαν, κανένας ποτέ δεν κρύφτηκε από τον δρόμο! Εγώ είχα σαστίσει, δεν μπορούσα να καταλάβω για ποιόν λόγο εγώ να θέλω αυτόν τον άγνωστο χαμογελαστό, έδωσε απάντηση και σε αυτή την απορία μου αν και εγώ ρώτησα τον εαυτό μου και όχι αυτόν! Δεν με θες χαμογελαστό, μου είπε, με θες φίλο σου! Ήμουν στην μέση του πουθενά, έτσι ακριβώς ένοιωθα, δεν μπορούσα να φτάσω σε κάποιο συμπέρασμα, τον κοιτούσα και θαύμαζα την ψυχραιμία του, την σιγουριά, που απέπνεε η κορμοστασιά του, για τον εαυτό του! Από την άλλη, με φόβιζε, ή μάλλον είχε τον τρόπο να με φοβίζει, να μου δημιουργεί άγχος, να με κάνει να ιδρώνω και να προσπαθώ να του κρύψω τι πραγματικά αισθάνομαι, αν και ήταν μάταιο αφού μπορούσε να καταλάβει τα πάντα! Αποφάσισα από εδώ και πέρα κάθε ερώτηση μου να είναι καίρια. Πως μπορώ να σε θέλω φίλο μου, τον ρώτησα, από την στιγμή που δεν σε ξέρω, από την στιγμή που δεν έχω καταλάβει τίποτα από όσα λες; Μα με γνωρίζεις, ήμουν δίπλα σου σε σημαντικές αποφάσεις της ζωής σου! Εγώ κρύβομαι πίσω από την εκδίκηση που ένοιωσες για αυτόν! Άρχισα να τρέμω! Κάθε του λέξη ήταν καρφί που με τρυπούσε, η φωνή του ήταν θύελλα που έπαιρνε μαζί της κάθε συμπέρασμα που είχα βγάλει και με άφηνε ξανά στο κενό! Μου ζήτησε να θυμηθώ την μόνη φορά που ένοιωσα τόσο έντονα το αίσθημα της εκδίκησης, εγώ ακολουθούσα πιστά τα λεγόμενα του, χωρίς να ξέρω το γιατί!

Ήταν προ ολίγου καιρού όταν γυρνώντας σπίτι μου βρήκα την κόρη μου να κλαίει με λυγμούς! Ήταν ολόγυμνη και γεμάτη πληγές! Την είδα να προσπαθεί να βγάλει την σάρκα της με τα ίδια της τα νύχια! Παντού αίματα! Το θέαμα αυτό δεν το είχα φανταστεί ούτε στον χειρότερο εφιάλτη μου! Αμέσως έτρεξα κοντά της και την έβαλα μέσα στην αγκαλιά μου, την ρώτησα τι μπορεί να κάνει ένα κορίτσι δεκαπέντε χρονών να λειτουργεί έτσι. Με μια απότομη κίνηση έφυγε από την αγκαλιά μου! Στεκόταν απέναντι μου χωρίς να μιλάει, απλά με κοιτούσε, προσπαθούσα να την κάνω να μου μιλήσει μα ήταν μάταιο, δεν ήταν σε θέση να ξεστομίσει οποιαδήποτε κουβέντα , άρχισα να σκέφτομαι τι έχει συμβεί. Σε κάθε μου ερώτηση αυτή απαντούσε με ακόμα ένα ποιο έντονο βλέμμα, κάθε μου κίνηση να την πλησιάσω έβρισκε αντίθεση στον θυμό της, αν και ήμουν σίγουρος ότι δεν είχα φταίξει εγώ κάπου. Έφυγε για λίγα λεπτά και γύρισε πίσω κρατώντας ένα μεγάλο μαχαίρι! Πάγωσα, προσπάθησα να της το πάρω μα ήταν αδύνατο καθώς με κάθε κίνηση μου το μαχαίρι ακουμπούσε τον λαιμό της. Γύρισε την πλάτη της και κατευθύνθηκε προς την άκρη του σπιτιού. Κράτησε το μαχαίρι γερά με το δεξί της χέρι και άρχισε να γδέρνει τον τοίχο! Έκλαιγα δεν ήξερα τι έχει πάθει, το θέαμα που αντίκριζα είχε συνθλίψει το ηθικό μου, ο ρόλος μου σε αυτό το θέατρο του παραλόγου δεν ήταν του πατέρα, με είχαν υποσκελίσει τα δάκρυα και ο θυμός της κόρης μου, είχα μεταμορφωθεί σε κάποιον ξένο που δεν είχε θέση ανάμεσα σε αυτήν, τον θυμό της και το μαχαίρι της!

Είχα πέσει στο πάτωμα, δεν είχα την δύναμη να αντικρύσω τις ενέργειές της, κάθε της κίνηση είχε αντίκτυπο πάνω μου! Την έβλεπα να κλαίει και έφτυνα τον εαυτό μου που δεν μπορούσα να την βοηθήσω! Κάποτε κάποιος μου είχε πει ότι ο πόνος και η δίψα για εκδίκηση μπορεί να κινήσει γη και ουρανό, ο καθένας που νοιώθει έτσι μπορεί να φτιάξει μια ασπίδα που είναι αδύνατο να την διαπεράσει το κάθε τι! Αυτό ακριβώς ζούσα! Αυτό ακριβώς είχε συμβεί! Είχε περάσει λίγη ώρα και εγώ βρισκόμουν λιπόθυμος στο πάτωμα, ξύπνησα έντρομος, κοίταξα γύρω μου περιμένοντας το βλέμμα μου να πέσει πάνω στην κόρη μου. Καθόταν στο πάτωμα. Είχε γίνει ένα κουβάρι, είχε βάλει το κεφάλι της ανάμεσα στα πόδια της και με κοιτούσε, περίμενε να ξυπνήσω. Όταν αυτό συνέβη πήρε το βλέμμα της από πάνω μου και κοιτούσε τον τοίχο. Κοίταξα και εγώ προς τα’κει. Αυτό που είδα στέγνωσε τα δάκρυά μου, σηκώθηκα, ήμουν ήρεμος, την πλησίασα και την πήρα στην αγκαλιά μου. Μόλις είχε μοιραστεί με κάποιον άλλο τον πόνο της, αυτό την ελάφρυνε και την έκανε ξανά παιδί, εκείνη την στιγμή ήθελε τον πατέρα της, όταν την αγκάλιασα αυτή ηρέμησε, σταμάτησε να τρέμει. Ξανακοίταξα τον τοίχο, είχε γράψει μια λέξη με το μαχαίρι, «βιασμός«. Τώρα πια δεν υπάρχει κάτι που να με ενδιαφέρει, εκτός από το να βρω αυτόν που άγγιξε την κόρη μου! Έψαχνα για μήνες κάνοντας ότι περνάει από το χέρι μου, πλήρωνα για να πάρω πληροφορίες από αγνώστους, το έπαιζα παιδεραστής και προσπαθούσα μέσω του ίντερνετ να βρω ανθρώπους που είχαν σαπίσει μέσα στα κόμπλεξ τους και έψαχναν μικρά παιδιά να τα εξουσιάσουν! Όλες οι προσπάθειες μου είχαν αποβεί άκαρπες. Έβλεπα την κόρη μου όμως και δεν μπορούσα να σταματήσω, αν και το σώμα μου είχε εξουθενωθεί δεν με άφηνε η ψυχή μου να σταματήσω, όποτε περνούσε η σκέψη αυτή από το μυαλό μου τα πάντα γύρω μου μαύριζαν, ένοιωθα σύρματα να τυλίγουν το κορμί μου και να με σφίγγουν μη επιτρέποντας μου να αναπνεύσω!

Είχα φτάσει σε απόγνωση, είχαν περάσει 4 μήνες και 10 ημέρες από τότε, με είχε βρει το ξημέρωμα να κοιμάμαι στην καρέκλα του γραφείου μου, με ξύπνησε ο ήχος βημάτων, δεν είχα καταλάβει ποιος ήταν αλλά κάτι με έκανε να μην μπορώ να πάρω το βλέμμα μου από την πόρτα μέχρι ο επισκέπτης να εμφανιστεί. Η κόρη μου, με κοιτούσε χωρίς να μιλά, εξάλλου είχα να ακούσω την φωνή της από την ημέρα που ξεκίνησαν όλα, από τότε αν και μου μιλούσε, εγώ άκουγα μόνο συγκεκριμένες λέξεις, εκδίκηση, κλάμα, πόνος, αίμα, θάνατος, τίποτα άλλο! Ήταν η πρώτη φορά από τότε που φαινόταν τόσο ήρεμη, το βλέμμα της είχε καθαρίσει, θυμήθηκα ξανά την κόρη μου που είχα να δω 4 μήνες και 10 ημέρες! Αμέσως κατάλαβα τι είχε συμβεί, ήρθε η ώρα να αποδείξω στον εαυτό μου ότι μπορώ να σταθώ στο παιδί μου. Πλησίασε και άφησε πάνω στο γραφείο μου ένα χαρτάκι με μια διεύθυνση, σήκωσε το χέρι της και κρατώντας με από τον ώμο με τράβηξε κοντά της, με αγκάλιασε και χωρίς να περιμένει κάποια αντίδραση μου ψυθίρισε μια λέξη που ήταν η κινητήριος δύναμη για ότι θα επακολουθούσε «σε παρακαλώ«. Τότε την οδήγησα έως την έξοδο, μη νοιώθοντας σίγουρη για την κίνηση της αυτή αποχώρησε από το γραφείο χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω μου, με κοίταζε λες και κοιτούσε τον προσωπικό θεό της, έφυγε χωρίς να μου γυρίσει την πλάτη της. Το χαρτάκι με περίμενε να το ανοίξω, ήμουν σίγουρος ότι είχε γραμμένη την διεύθυνση αυτού που θέλησε να «παίξει« με το κορίτσι μου. Πήρα κάποια πράγματα που ήθελα μαζί μου σε ένα σακίδιο, έβαλα το χαρτάκι, αφού του έριξα μια ματιά, στην τσέπη μου και ξεκίνησα!

Έκανα να φτάσω μια ώρα. Είχα μεταφερθεί σε άλλη πόλη, σε μια γειτονιά ήσυχη. Πάρκαρα το αμάξι και αποφάσισα να συνεχίσω με τα πόδια, όπως περπατούσα ένοιωθα βλέμματα να με γδύνουν προσπαθώντας να καταλάβουν ποιος είμαι, ήμουν ξένος σε έναν τόπο που οι επισκέπτες ήταν μετρημένοι. Γύρω μου μονοκατοικίες, πεσμένοι σοβάδες σε κάποια από τα σπίτια, στον δρόμο χυμένα νερά που προέρχονταν από τις αυλές. Κάθε σπίτι και αυλή. Σε όποιο σπίτι και να κοιτούσα έβλεπα κήπους, καλοδιατηρημένους και μεγάλους σε ποικιλία! Ο καιρός όχι ο ιδανικός, βροχή και άπνοια. Μου θύμισε κάποιους που πιστεύουν ότι ο καιρός καταλαβαίνει και αντιδρά, ότι εμείς είμαστε που με την αύρα μας τον επηρεάζουμε! Αν ισχύουν τα παραπάνω τότε θα πετύχω τον στόχο μου σκέφτηκα και άφησα τις στάλες της βροχής να με χτυπούν. Είχα φτάσει έξω από το σπίτι του, άναψα ένα τσιγάρο και κοιτούσα την πόρτα του, όχι γιατί δεν ήμουν σίγουρος για αυτό που θα έκανα αλλά γιατί ήθελα να σιγουρευτώ ότι όλοι θα με δουν να μπαίνω! Το σπίτι του δεν διέφερε από τα άλλα, τουλάχιστον εξωτερικά, μονοκατοικία και αυτό, βαμμένο άσπρο, αριστερά και δεξιά της πόρτας δυο μεγάλα βαριά ξύλινα παράθυρα στολισμένα με μπλε χειμωνιάτικες κουρτίνες που δεν αφήναν τον ήλιο να περάσει στο εσωτερικό του σπιτιού. Το σπίτι στολιζόταν με γλάστρες οι οποίες είχαν τοποθετηθεί σαν ασπίδα για τον κάτοικο του σπιτιού απέναντι στον έξω κόσμο. Υπήρχαν πέντε σειρές από αυτές που ξεκινούσαν από τον τοίχο του σπιτιού και έφταναν στο πεζοδρόμιο αφήνοντας μόνο ένα στενό πέρασμα που οδηγούσε στην εξώπορτα! Το τσιγάρο τέλειωνε και αποφάσισα να αφήσω τις στάλες της βροχής να το σβήσουν, ήρθε η ώρα.

Χτύπησα την πόρτα και περίμενα, άκουσα μια φωνή από μέσα, ανοιχτά είναι ρε, έλα να δεις μια μικρούλα! Έκλεισα τα μάτια, ανατρίχιασα από ικανοποίηση, τον βρήκα σκέφτηκα, σπρώχνω με δύναμη την εξώπορτα και προχωρώ προς τα εκεί που άκουσα την φωνή. Μπορεί να ακούγεται τρελό αλλά από την στιγμή που μπήκα στο εσωτερικό τα πάντα είχαν μαυρίσει και δεν μπορούσα να παρατηρήσω το οτιδήποτε, αυτός, καθώς προχωρούσα, συνέχισε να μιλάει καθώς ήταν σίγουρος πως τον είχε επισκεφθεί κάποιος φίλος του. Έχω φτάσει στο δωμάτιο που βρισκόταν, δεν με έβλεπε, ήταν γυρισμένος πλάτη και παρακολουθούσε βιασμούς σε ένα DVD player! Γύρνα να με δεις, του φώναξα και κάθισα σε μια ξύλινη μικρή καρέκλα στην άκρη του δωματίου. Αυτός έχει σαστίσει γιατί δεν άκουσε την φωνή που περίμενε να ακούσει, με νευρικές κινήσεις και χωρίς να με κοιτάξει έκλεισε την τηλεόραση, είχε καταλάβει ότι ένας ακόμα ήξερε το μεγάλο του μυστικό! Άκουγα την ανάσα του να βαραίνει, μου φάνηκε γελοίο να μην μπορεί να αναπνεύσει λίγο πριν πεθάνει! Πήρε την απόφαση να σηκωθεί, τον κοιτούσα και δεν μπορούσα να συγκρατηθώ, πίστευα πως θα μου πει καλημέρα, κάτι που έχω να ζήσω 4 μήνες και 10 ημέρες! Δεν έβρισκε το θάρρος να γυρίσει να δει το πρόσωπό μου, δειλός σκέφτηκα, όπως ακριβώς αρμόζει σε κάποιον που βιάζει παιδιά. Σηκώθηκα από την καρέκλα και προχώρησα με σίγουρα βήματα προς το μέρος του, αυτός άρχισε να κλαίει, τον παρατηρούσα και μου φαινόταν αξιοθρήνητος, ένα σακί από σκατά μασκαρεμένο, μια αηδία στο σώμα ενός ανθρώπου! Το βήμα μου, καθώς πλησίαζα, γινόταν όλο και ποιο γρήγορο, σε κάθε βήμα μου αντιδρούσε με έναν λυγμό, όσο πλησίαζα τόσο μεγάλωνε ο φόβος του, Σταμάτα να κλαις, του είπα, πρέπει να φερθείς σοφά, αν ήξερα εγώ ότι θα πεθάνω δεν θα σπαταλούσα τις τελευταίες μου ώρες κλαίγοντας, και αμέσως τον άρπαξα από τον λαιμό και τον έβαλα να κάτσει στην πολυθρόνα που καθόταν. Έβγαλα από το σακίδιο μου ένα μαχαίρι και τον χτύπησα με την λαβή ώστε να λιποθυμήσει, τώρα μπορούσα να συνεχίσω απερίσπαστος το έργο μου. Έβαλα ξανά το DVD player να παίζει, έδεσα το κεφάλι του με ταινία στην πλάτη της πολυθρόνας ώστε να έχει στην ευθεία του την οθόνη της τηλεόρασης, κράτησα τα μάτια του ανοιχτά περνώντας παραμάνες στα φρύδια και στα βλέφαρα του, χέρια και πόδια δεμένα στα μπράτσα και τα πόδια της πολυθρόνας αντίστοιχα, κάθισα απέναντί του και περίμενα να ξυπνήσει. Είχε περάσει κάπου ένα τέταρτο και ακόμα ήταν λιπόθυμος, αποφάσισα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου. Έβγαλα αμμωνία από το σακίδιο μου και την πέρασα από την μύτη του, ξύπνησε από την δυνατή της μυρωδιά. Είδε ότι δεν μπορεί να κλείσει τα βλέφαρά του, δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε τα άκρα του, έχει παγώσει και προσπάθησε να πάρει το βλέμμα του από πάνω μου, μάταια όμως. Έβγαλα μια σακοράφα με λεπτό σκουριασμένο σύρμα περασμένο στο κεφάλι της, μόλις με είδε προσπάθησε να φωνάξει μα δεν τον άφησα, όταν άνοιξε το στόμα του τον χτύπησα με δύναμη στα δόντια, το αποτέλεσμα ήταν να καταπιεί κάποια από αυτά και να λιποθυμήσει, αλλά δεν τον άφησα, περνώντας αμμωνία κοντά του για 2η φορά τον είχα πάλι δικό μου. Έπιασα την παραμάνα με το σύρμα και πλησίασα το στόμα του, άρχισε να φωνάζει μα δεν τον ήθελα λιπόθυμο σε εκείνο το σημείο. Οι κραυγές του ηχούσαν στα αυτιά μου σαν μια θεία μελωδία, θεία μα σύντομη, με μια απότομη και γρήγορη κίνηση και χρησιμοποιώντας την σακοράφα τρυπάω το πάνω και κάτω χείλος του και τραβώντας με δύναμη τα ενώνω. Δεν αντέχει τον πόνο και είναι έτοιμος να λιποθυμήσει ξανά, δεν τον αφήνω, θέλω να ζήσει τον βασανισμό του ολοκληρωτικά, να θυμάται και να νοιώσει κάθε δευτερόλεπτο ξεχωριστά! Συνεχίζω απερίσπαστος κλείνοντας του το στόμα μια για πάντα, κλαίει και συγχρόνως κοιτάζει βιασμούς παιδιών στην τηλεόραση, τα δάκρυα του έχουν καλύψει ολόκληρο το σώμα του μα δεν είναι ικανά να το καθαρίσουν! Τον κοιτάζω και δεν τον θέλω να ζήσει ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω μα πρέπει να αντέξω στον πειρασμό, το στόμα του είναι άχρηστο τώρα πια μια και από την μια άκρη ως την άλλη υπάρχει σύρμα. Αποφασίζω να ανάψω ένα τσιγάρο και να τον παρατηρώ, τώρα πια δεν απολαμβάνει το θέαμα του βιασμού, θέλει να κάνει εμετό μα δεν μπορούσε, ήθελε να πάρει το βλέμμα του από την οθόνη και δεν μπορούσε, δεν το άντεχε, άρχιζε να βαριαναστενάζει, είχε βρεθεί στην κόλαση και το χειρότερο ήταν ότι το ήξερε! Αποφάσισα να του κάνω μια χάρη και να τον απαλλάξω από αυτό το θέαμα, ήταν απάνθρωπο να τον υποχρεώνω να παρακολουθεί μικρά παιδιά να βιάζονται, κρατώντας το τσιγάρο με το χέρι μου, χωρίς να το περιμένει, το ακούμπησα πάνω στο μάτι του. Είχε λιποθυμήσει, μα δεν με ένοιαζε, ήθελα να μείνω ανεπηρέαστος, πράγμα εύκολο στην κατάσταση που βρισκόμουν! Συνέχισα και με το δεύτερο μάτι, το θέαμα που αντίκριζα ήταν επαρκώς ικανοποιητικό, τα μάτια του σιγά σιγά άρχιζαν να λιώνουν, προ ολίγου ήταν μάτια γεμάτα δειλία και φόβο, τώρα είχαν μεταμορφωθεί σε καταρράκτες, έβλεπα νερό να τρέχει, μέσα του αντίκριζα φόβο, δειλία, κακία, κυνικότητα, μα παρέμενε νερό! Τώρα καθάρισαν τα μάτια σου του είπα μα δεν αντέδρασε. Βρισκόταν σε μια ημιλιπόθυμη κατάσταση, αργοσάλευε, ψάρι έξω από τα νερά του σκέφτηκα! Τον κοιτούσα μα ακόμα δεν ήμουν ικανοποιημένος με το θέαμα που αντίκριζα, κάπως έπρεπε να συνεχίσω και αμέσως σκέφτηκα την επόμενη κίνηση μου. Έσκυψα προς το μέρος του, με ένοιωσε και κατάλαβα ότι φοβήθηκε, τον φίλησα στα μάτια και το στόμα, αυτός αντέδρασε όπως δεν περίμενα! Μαλάκωσε, άκουσα ένα γέλιο, πνιχτό, όπως αυτά που θέλουμε να κρύψουμε από τους άλλους, μου άλλαξε τα σχέδια, άρχισα να τον μισώ ακόμα παραπάνω, μπορούσε να γελάσει στην κατάσταση που βρισκόταν. Η κίνηση μου να τον φιλήσω του θύμισε τις δικές του ενέργειες, αφού ήθελε να γελάσει σκέφτηκα θα ήταν καλύτερο να του αφήσω μόνιμα ένα χαμόγελο! Έψαξα και βρήκα ένα μαχαίρι, το ακούμπησα στην άκρη των χειλιών του και του χάραξα μια γραμμή σε κάθε του πλευρά η οποία τέλειωνε λίγο κάτω από τα αυτιά, τώρα πια θα παραμένει χαμογελαστός για πάντα! Στα μέρη που τον φίλησα του έριξα νιτρικό οξύ! Η ένωση σάλιου και οξέος άρχισε να σαπίζει τα μάτια του και τα χείλια του. Δεν κουνήθηκε καθόλου, ίσως να πέθανε. Είχα ηρεμήσει μετά από καιρό, ένοιωθα ελαφρύτερος, ήμουν έτοιμος να συνεχίσω την ζωή μου. Κοίταξα έξω από το παράθυρο και είδα έναν ουρανό γαλανό χωρίς ούτε ένα σύννεφο, μου άρεσε το θέαμα, για πρώτη φορά μετά από καιρό έπιασα τον εαυτό μου να γελάει και μόλις το συνειδητοποίησα ξέσπασα σε δυνατότερα γέλια! Τον έγδυσα, τον έβγαλα από την πολυθρόνα και τον ξάπλωσα στο πάτωμα. Χρησιμοποιώντας ένα μαχαίρι του χάραξα το κορμί γράφοντας μια πρόταση! «δεν θα ξαναμιλήσω βρόμικα στα παιδιά, δεν θα ξανακοιτάξω βρόμικα τα παιδιά«, όχι γιατί δεν θέλεις μα γιατί δεν μπορείς του απάντησα και έφυγα!

Ο ξένος ήθελε να μοιραστώ μαζί του αυτή την ιστορία και το έκανα. Μόλις σταμάτησα μου ζήτησε να κοιτάξω ξανά την ζωγραφιά, ζητώντας μου να παρατηρήσω τι διαφορετικό έχει από τις άλλες. Του έκανα και αυτή την χάρη και αμέσως βρήκα την διαφορά που μου ζητούσε. Η ζωγραφιά που απεικόνιζε εμένα με τον ξένο ήταν από τις λίγες που δεν είχαν λερωθεί με αίμα! Σκέφτηκα ότι τελικά είχε δίκιο, του το είπα μάλιστα, αλλά δεν φάνηκε να εντυπωσιάζεται από το κοπλιμέντο μου, ήταν ακόμα γοητευτικά ήρεμος. Μετά από ένα μικρό διάστημα σιωπής άρχισε να μιλά. Σου είπα και πριν ότι ο δρόμος έχει μνήμη, ότι όποιος περνάει μέσα από αυτό τον δρόμο, μοιράζεται χωρίς να το θέλει τις σκέψεις ή τα όνειρά του με αυτόν. Η ζωγραφιά υπάρχει από την στιγμή που ένοιωσες το αίσθημα της εκδίκησης μέσα σου δυνατότερα από ποτέ. Ήθελες να καταστρέψεις αυτόν που άγγιξε την κόρη σου, και με έβαλες μέσα στις προσευχές σου, χωρίς να το ξέρεις με έβαλες μέσα στην καθημερινότητα σου, με έκανες φίλο σου! Αν ήσουν παρατηρητικός θα καταλάβαινες ότι σε αυτόν τον δρόμο έχεις ξαναέρθει. Τον σταμάτησα και ξεκίνησα να παρατηρώ όσο καλύτερα μπορούσα τον δρόμο, μου ήταν αδύνατο να θυμηθώ πότε είχα ξαναπεράσει, μετά από λίγο ήμουν σίγουρος ότι ήταν η 1η μου φορά σε αυτό το μέρος. Μου είπε μια λέξη και με άφησε στήλη του άλατος, «η κόρη σου« πέρασε από εδώ, αυτό είναι δημιουργία της κόρης σου και μόνο! Κατάλαβα αμέσως ότι είχε δίκιο. Η κόρη μου ήταν αυτή που μου έφερε την διεύθυνση του κτήνους που την βίασε, αυτή με παρακίνησε και μου έδειξε τον δρόμο για το τι πρέπει να κάνω! Όταν πέρασε από εδώ περίμενε την στιγμή που θα έπαιρνα την κατάσταση στα χέρια μου, είχα φτάσει κάπου επιτέλους, ο ξένος γύρισε την πλάτη του και φεύγοντας μου είπε δεν πρέπει να φύγεις ακόμα, υπάρχει κάτι που πρέπει να δεις και συνέχισε, έχω πολλά ονόματα και είναι γνωστά όλα τους, είμαι πατέρας του σκότους, είμαι η απαρχή του κακού, είμαι δίπλα στον κάθε έναν και είμαι δίπλα του όταν βγαίνει εκτός ορίων, όταν θυμάται τον πραγματικό του εαυτό, θα μπορείς να με βρεις με αυτή τη μορφή εδώ αλλά και στις πρώτες σου σκέψεις, σε αυτές που δεν έχουν προλάβει το μυαλό σου και η ηθική σου ακόμα να επεξεργαστούν ώστε να τις κάνουν όσο ποιο αρεστές γίνεται στην κοινωνία, αλλά εσύ δεν τα χρειάζεσαι αυτά! Αν και το τελευταίο δεν το κατάλαβα τον άφησα να φύγει μη μπορώντας να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του. Είχε χαθεί μέσα στον αχνό φωτισμό που πρόσφερε ο δρόμος σε αυτούς που τον διέσχιζαν. Τώρα έπρεπε να ψάξω να βρω τι άλλο μπορεί να έχει ο δρόμος που να με ενδιαφέρει. Δεν μου πήρε πολλή ώρα, ήταν μπροστά μου. Λύγισα, έπεσα στα γόνατα, ξεκίνησε να βρέχει ακριβώς όπως την ημέρα που έκανα αυτό το δώρο στην κόρη μου! Το μόνο που έλειπε από εκείνη την μέρα ήταν οι κήποι μαζί με τις μυρωδιές τους. Το περίεργο ήταν ότι δεν έλειπε ούτε το μίσος…

Advertisements