Μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας. Βρίσκομαι σε ένα δρομάκι κοντά στην ομόνοια, η γειτονιά φτωχή. Όλα τα σπίτια ήταν νεοκλασικά που όμως είχαν αφεθεί στην μοίρα τους. Όλα τους είχαν φθορές, κάποια από αυτά αντί για τζάμια στις πόρτες είχαν αφίσες για να κόβει ο αέρας! Μια από τις αφίσες μάλιστα έγραφε «συναυλία για την καταπολέμηση της φτώχειας«! Το διάβασα και γέλασα! Σίγουρα αυτός που θα το διάβαζε σε αυτή τη γειτονιά δεν θα μπορούσε να πάει στην συναυλία που η είσοδος στοίχιζε 20 ευρώ! Δεν είμαι σίγουρος αν τα σπίτια αυτά είναι κατοικήσιμα, μόνο και μόνο λόγω της ησυχίας που υπάρχει εδώ. Δίπλα μου ένας νέος έχει κοιμηθεί στο πεζοδρόμιο και από αυτό που βλέπω μάλλον δεν λείπει σε κανέναν, λίγο ποιο κάτω ένας καλοντυμένος άντρας γύρω στα σαράντα μαζί με έναν εικοσάρη υπερβολικά αδύνατο σε κάποιου είδους ανταλλαγή. Γυναίκες διάσπαρτες στο μήκος του δρόμου ψάχνουν πορτοφόλι για το βράδυ. Είναι κάποια πράγματα που πάνε μαζί με την φτώχεια τελικά.

Όπως προχωρούσα παρατήρησα κάτι, είδα ένα ανοιχτό παράθυρο, και μου έκανε εντύπωση γιατί ήταν το μόνο ανοιχτό στην γειτονιά! Αμέσως προσπάθησα να φανταστώ τον ιδιοκτήτη του σπιτιού αυτού μα δεν με άφησε! Αμέσως άρχισε να ακούγεται μουσική! Ήταν μέσα από αυτό το σπίτι, και το καλύτερο ήταν ότι η μουσική ήταν ζωντανή. Μάλλον το σπίτι ανήκει σε μουσικό. Άκουγα μπερδεμένα πολλά κομμάτια το ένα μετά το άλλο, άκουγα μικρές φράσεις που επαναλαμβανόταν συνεχώς, σαν ένα είδος εξάσκησης. Με έκανε να ηρεμήσω, η πρώτη μου αντίδραση ήταν να ανάψω ένα τσιγάρο και να καθίσω σε ένα παγκάκι να τον ακούσω. Χρησιμοποίησα τους ανθρώπους που ήταν γύρω μου σαν συνοδεία στην μουσική που ερχόταν από το παράθυρο. ¨Όλοι έμοιαζαν διαφορετικοί! Είχαν μεταμορφωθεί λόγω της συνύπαρξης τους με τους συγκεκριμένους ήχους. Τα περισσότερα από τα κομμάτια που ακούγονταν ήταν θλιμμένα όπως θλίψη μου δημιουργούσαν και αυτοί που ήταν γύρω μου. Το τσιγάρο τέλειωσε, λίγα λεπτά αργότερα τέλειωσε και η μουσική. Ήταν είκοσι πανέμορφα λεπτά. Μαζί με την μουσική έκλεισε και το παράθυρο, κάτι που με έκανε να σκεφτώ. Μια εξήγηση υπάρχει για αυτό που είδα! Ο πιανίστας άνοιξε το παράθυρο του για να ακουστεί το πιάνο και για κανέναν άλλο λόγο. Ήταν σαν κάποιο είδος θεραπείας σε αυτούς που ήταν έξω από το σπίτι του εκείνη την στιγμή, ίσως γιατί μόνο αυτό μπορούσε να δώσει αυτός ο κύριος.. Δεν νομίζω να του περίσσευαν ούτε λεφτά ούτε φαγητό για να προσφέρει κρίνοντας από την κατάσταση στην οποία ήταν το σπίτι που ζούσε. Το πιάνο υπέθεσα πως ήταν παρακαταθήκη ενός προγόνου, προς αυτόν, ειδικά όταν σκέφτηκα ότι το σπίτι είναι νεοκλασικό και μάλλον σίγουρα δεν πλήρωνε νοίκι. Το πιθανότερο ήταν να επρόκειτο για κάποιον ξεπεσμένο αριστοκράτη, από τους βέρους Αθηναίους, που δεν τα βρήκε καλά στην ζωή του και έμεινε να περιμένει την ώρα που θα πεθάνει!

Το βλέμμα μου έπεσε στην αφίσα που διαφήμιζε κάποια συναυλία αλλά είχε αλλάξει! Έγραφε «σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας«! τα έχασα, προσπάθησα να καταλάβω τι συνέβη. Η ημερομηνία 24/03, κοίταξα το ρολόι μου, είχε την ίδια ημερομηνία! Η ώρα ήταν 14:00., κοίταξα το ρολόι μου και η ώρα ήταν 14:20! Δεν πίστευα αυτό που έβλεπα και συνέχισα με την οδό που θα γινόταν η συναυλία η οποία ήταν οδός παραμυθιού, και έψαξα το όνομα της οδού στην οποία βρισκόμουν. Μόλις είδα το όνομα του δρόμου χαμογέλασα! Ήταν οδός παραμυθιού αυτή που είχα σταθεί! Ήταν αυτός ο δρόμος στον οποίο έλαβε χώρα η συναυλία. Συμμετείχα και εγώ τελικά χωρίς να το ξέρω!

Ο νέος που κοιμόταν στο πεζοδρόμιο σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου με κοίταξε και μου είπε «χρειάζομαι 20 ευρώ για την δόση μου« εγώ έκανα την κίνηση να του δώσω κάποια λεφτά αλλά δεν με άφησε και έφυγε! Στην συνέχεια με πλησίασε μία από τις κοπέλες που έψαχναν ταίρι εκεί μου είπε πως με 20 ευρώ μπορώ να περάσω μια νύχτα μαζί της! Δεν πρόλαβα να απαντήσω και φεύγει και αυτή. Είχα μείνει εγώ στον δρόμο μαζί με τον νέο που προ ολίγου είχε κάποια συζήτηση με έναν καλοντυμένο άντρα. Ήρθε και αυτός προς το μέρος μου, έβγαλε από την τσέπη του ένα ρολόι και μου είπε «με 20 ευρώ είναι δικό σου«. Αυτός δεν είχε σκοπό να φύγει! Θυμήθηκα ότι είχα στην τσέπη μου είκοσι πέντε ευρώ και αποφάσισα να δώσω το ένα εικοσάρικο για το ρολόι. Στις τσέπες μου όμως είχα μόνο ένα τάλιρο! Ο νέος το κατάλαβε και αποχώρησε και αυτός. Ήμουν σίγουρος ότι είχα είκοσι πέντε ευρώ. Μου έλειπαν τα είκοσι όμως. Το περίεργο όμως ήταν ότι μου έλειπαν είκοσι ευρώ, όσα μου ζήτησε ο νέος για να αγοράσω το ρολόι, όσα μου ζήτησε η γυναίκα να περάσω το βράδυ μου μαζί της όσα ήθελε το παιδί να πάρει την δόση του, όσα έγραφε η αφίσα ότι στοιχίζει η συναυλία! Τα κατάλαβα όλα, η συναυλία δόθηκε από το ανοιχτό παράθυρο. Στην αφίσα έγραφε για την καταπολέμηση της φτώχειας. Ήταν ένας τρόπος να απαλυνθεί ο πόνος η μελωδία από ένα πιάνο. Όσο για την τιμή, ήταν το ποσό που όριζε όσους ήταν παρόν στον δρόμο αυτό. Ήταν μια συναυλία για ειδικό κοινό, για τους καταραμένους του κόσμου αυτού. Πρεζάκια πουτάνες κλέφτες ήταν οι καλεσμένοι, από αυτούς κανείς δεν πλήρωσε. Σε όσους έλεγε κάτι παραπάνω αυτή η τιμή ήταν ευπρόσδεκτοι . Εγώ δεν κατάλαβα τίποτα στην αρχή, ούτε άνηκα σε κάποια ειδική κατηγορία αλλά ήμουν παρών στην συναυλία και γι’ αυτό μου έλειπαν άλλωστε είκοσι ευρώ… έφυγα με χαμόγελο, ήταν το ομορφότερο και ποιο ξεχωριστό παραμύθι…

Advertisements