η ιδέα δική μου, η υλοποίηση ανήκει στην Ιωάννα
την οποία και ευχαριστώ

Τα δάχτυλα του έπαιζαν , έψαχναν, τρεμούλιαζαν πάνω στο θαμπωμένο τζάμι της φυλακής του. Χάιδευε με πάθος, σαν μικρό παιδί την σκέψη του.
-Σε αγαπώ τόσο πολύ… σε αγαπώ τόσο πολύ.. σε αγαπώ…
Τα χείλη του καρφωμένα, έμοιαζαν να προσκυνούν την ανάμνηση εκείνη…. εκείνης… Άφηνε το σάλιο του να γίνετε ρυάκι στο πρόσωπο της από τα αναφιλητά, τα μάτια της κλειστά να περιμένουν το άγγιγμα του, τόσο λεία η επιδερμίδα της, τόσο κρύα και εύθραυστη…
-Γιατί δεν μου μιλάς; ΜΙΛΑ ΜΟΥ!
Μα η μορφή του φάνηκε στο τζάμι, το χνώτο του μύριζε ακόμα πάνω στο σάλιο του, που εκείνο με την σειρά του γλιστρούσε όλο και πιο χαμηλά.
-Σε βλέπω! Που πας ανάσα μου; Μην φύγεις!
Τα μάτια του καθρέφτισμα στο τζάμι μα η ματιά του ακολουθούσε την σκιά της. Κρυμμένη στο σκοτάδι της αυλής, μα τα σημάδια της χαραγμένα στα μάτια του.
Τρέχει… τρέχει..
-Στάσου!
Με ένα λευκό παντελόνι πυτζάμας, μια μουχλιασμένη μπλούζα και με δυο πόδια γυμνά να καρφώνονται στο έδαφος, έτρεξε υστερικά προς την εξώπορτα. Μια γριά περίεργα βαλμένη στον κόσμο τούτο, τον κοίταξε με μια κούπα κρασί αγκαλιά.
-Για πού το έβαλες πάλι βλαμμένε;
Την κοίταξε…. Μα τα χέρια του συμφωνούσαν με αυτό που είχε στο μυαλό του… Έσμιγε τα δάχτυλα, αντάμωνε την γροθιά του ξανά…
Ο καπνός από τα χείλη της σταμάτησε να βγαίνει, αιωρούνταν μονάχα στον αέρα, μπλεγμένος από δυσωδία και πατσουλί.
-Είπα κάτι!
Σκίστηκαν τα χείλη από τα δόντια του, τόσος θυμός…. μα άδικο δεν είχε…
Η γροθιά πλησίασε πολύ κοντά….. και ένας ήχος έκανε την πόρτα να ανοίξει με θέληση.
Βαριά και εκείνη όπως η σκέψη του, έκλεισε με δύναμη πίσω και σφράγισε τον δίδυμο αδερφό του, πίσω εκεί στο τζάμι να τον κοιτά να ξεμακραίνει.
Σαν να συναγωνιζόταν ο χρόνος… μια έτρεχε και μια μπουσουλούσε σαν φίδι λίγο πριν σου προτείνει τον καρπό.. Μα εσύ να τον κυνηγάς, να θες να τον προφτάσεις…. να την…
-Στάσου!
Και τα μάτια του γέμισαν με υγρές νύμφες να χορεύουν στα μάγουλα του, να γλιστρούν στον αέρα και να γαντζώνονται στα κλαδιά του κήπου, του δάσους, της ζωής του.
Σταμάτησε… άκουγε την ανάσα του τόσο δυνατά… λαχανιάζοντας. Τα χέρια του ακούμπησαν τα γόνατα του και στηρίχτηκε σκύβοντας να πάρει μιαν ανάσα, να προλάβει να δει κάτι, να ακούσει το χαχανητό της…
-Γιατί παίζεις μαζί μου;
-Γιατί σε αγαπώ…
Σταμάτησε να κινείτε… έπαψε να αναπνέει, φυλάκισε μονάχα την φωνή της, στην καρδιά του για ακόμα μια φορά. Μια φυλακή που μπορείς να αποδράσεις, μια φυλακή κενή και μουντή, μα για εκείνη θα ήταν το παλάτι της, το αρχοντικό της, η φωλιά τους.
-Που είσαι;
-Δίπλα σου…
-Γιατί δεν σε βλέπω;
-Κουτέ… είμαι μέσα στο δέντρο, φυλακισμένη από μάγια…. Μόνο εσύ μπορείς να με σώσεις…
-Ναι .. ναι εγώ! Μονάχα εγώ ψυχή μου…
Έβαλε το χέρι μέσα στην τσέπη και έβγαλε το μοναδικό πράγμα που υπήρχε εκεί μέσα…
Άρχισε να γδέρνει τον φλοιό, να ξύνει με μανία τον κορμό, τα δόντια του γράπωναν τα κλαδιά, όπως κάνει ένα κυνηγόσκυλο με το θήραμα του.. Ο σουγιάς είχε γίνει προς στιγμήν ο καλύτερος του φίλος, εκείνος που τον βοηθούσε να σώσει την αγαπημένη του, την αιώνια αγάπη του, εκείνη που είδε μια και μοναδική φορά, μα την αγάπησε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο… στον κόσμο του.
Τα δάχτυλα του έμοιαζαν με καλλιτέχνη, έμοιαζαν σαν τον ψαλλιδοχέρι στην ταινία του Τιμ Μπαρτον. Ο φλοιός άρχιζε να παίρνει μορφή, να έχει εικόνα στα μάτια του πλέον, σαν τυφλός που τα άνοιγε για πρώτη φορά… μα η καρδία του είχε κρατήσει την μορφή της, την τόσο αέρινη και θεσπέσια για εκείνον.
Τα χέρια του δημιουργούσαν τον “Πινόκιο “της καρδιάς του και το μυαλό του ταξίδευε σε εκείνη την πρώτη ματιά, στο πρώτο κοίταγμα ,στο πρώτο σκίρτημα της καρδιά του. Τυχαία στον δρόμο και ο χρόνος να σταματά στα μάτια της… αμυγδαλωτά, στα χείλη της… κόκκινα και ζωγραφισμένα σαν κούκλας…. στο δέρμα της… χρώμα πορσελάνινο…
-Κοντεύουμε ψυχή μου, δώσε μου ένα λεπτό ακόμα!
Οι κάλοι στα χέρια τώρα είχαν ματώσει, μα στο μυαλό του είχε μονάχα την σωτηρία της, περίμενε την στιγμή που θα την έσφιγγε στην αγκαλιά του για πρώτη φορά…
-Γιατί κλαις καλέ μου;
-Είσαι τόσο όμορφη πριγκηπέσα μου…
Και τα μάτια του γέννησαν θάλασσες… αμίλητος την κοιτούσε… την απολάμβανε….
-Είσαι τόσο όμορφη…
Τα χείλη του κόλλησαν επάνω της, στα μάγουλα της…. Σκληρά τώρα και σε χρώμα ώχρας έμεναν ακίνητα στην ζέστη των φιλιών του.
-Πάει τόσος καιρός, που θέλω να σου πω τόσα πολλά για μένα. Θέλω να μάθω για σένα, για τα όνειρα σου, τι αγαπάς…
-Αγαπώ εσένα…
Ένα χαμόγελο έμεινε καρφιτσωμένο στο πρόσωπο του και μύρια σιωπές ανέβλυζαν στο στόμα του.
Η νύχτα κύλησε και το ξημέρωμα τον βρήκε να της μιλά ακόμα, να την κρατά αγκαλιά του και να της μιλά.
Οι μέρες κύλησαν και η σχέση τους γινόταν ακόμα πιο δυνατή. Της μιλούσε συνέχεια, έπαιζε μαζί της σαν μικρό παιδί.
Ώσπου μια μέρα…
-Να σου ζητήσω κάτι;;
Αμίλητη εκείνη τον κοιτούσε…
-θέλω να κάνουμε ένα τσιγάρο μαζί …
Και τα χείλη του έγλυψαν το χαρτάκι, και στην γλώσσα του έμεινε ο καπνός…. Και ο καπνός έπνιξε τα μάτια του. Μια τζούρα και τα χείλη του άφησαν σάλιο στο τσιγάρο και το τσιγάρο βρέθηκε στα δικά της χείλη τώρα.
-Τι έπαθες; Γιατί θυμώνεις;
Εκείνη δεν του μιλούσε, έπαψε να του μιλά εδώ και πολύ ώρα. Τα χέρια της έμοιαζαν να πυρώνουν από θυμό και τα μάτια της δάκρυα έσταζαν από την κάπνα.
-Γιατί θυμώνεις μάτια μου;!
Η καρδιά του βάραγε ταμπούρλα σαν να πλησιάζει κίνδυνος. Ο φόβος τώρα βρισκόταν στο προσκεφάλι του και του χάιδευε τα μαλλιά.
-Μην παραλογίζεσαι σε παρακαλώ! Τι είναι αυτά που λες;
Το τσιγάρο καρφωμένο στα χείλη της να καίει και μαζί με αυτό να καίγεται και η καρδιά της.
-Όχι μάτια μου! Δεν σε απάτησα ποτέ.. ηρέμησε σε παρακαλώ ζωή μου!
Μα εκείνη έβγαζε φωτιές από το στόμα σαν δράκος σε παραμύθια.
Τα χέρια του κάηκαν αγγίζοντας την, μα η αγάπη του δεν ήθελε να αφεθεί ριμαδιασμένη και πληγωμένη εκεί. Τα ρούχα του άρπαξαν την θλίψη της και ο πόνος έπνιγε τα δάκρυα του. Γονατισμένος έμεινε αγκαλιάζοντας την, παρακαλώντας την να σταματήσει να σκέφτεται έτσι, να ηρεμήσει…. Να τον πιστέψει… μα η φωτιά έπνιγε τώρα και τους δύο, τους αγκάλιαζε…. Και ο τάφος τους γινόταν τώρα φυλακή τους… μα θα ήταν μαζί..αγκαλιασμένοι…. με δάκρυα καθηλωμένα τα μάγουλα του..ακόμα και τώρα.
Ο μόνος θεατής στην ιστορία μας… ήταν εκείνο το κοράκι, εκείνο που βρίσκεται συνήθως μπροστά σε κάθε τι τελειωτικό… σε κάθε τι πληγωμένο και δυνατό.
-Τι κοιτάς;
-Εκείνον τον τρελό εδώ και μέρες….
-Γιατί τι έκανε;
-Σκάλισε ένα δέντρο για αρχή… το έδεσε με ανθρώπινη μορφή…του μιλούσε, το φιλούσε και στο τέλος το έκαψε με ένα τσιγάρο!
-Το έκαψε;
-Ναι… και έκλαιγε… δεν τον απάτησε λέει…. Την αγαπάει ακόμα…

Advertisements