Τα παραμύθια έχουν σκοπό;

Σχολιάστε

Ζούμε μια ζωή που τα πάντα ή τουλάχιστον τα περισσότερα γεγονότα, ενέργειες και δράσεις είναι σκόπιμες. Παραδωμένοι στα “πρέπει” ξεκινώντας απ’ την αρχή κι όλας της ζωής μας.. όταν βρέφη ακόμα γινόμαστε πρωταγωνιστές μιας θρησκευτικής τελετής και καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής μας τα βρίσκουμε μπροστά μας, στη μόρφωση, στη δουλειά, στην οικογένεια, στις φιλίες, στις γιορτές, στα καλοκαίρια.. παντού! Τελικά τι; Είμαστε αυτοί που είμαστε ή αυτοί που έπρεπε να είμαστε;

Κάπως έτσι, χοντροκομμένα και όχι επαρκώς αναλυτικά βλέπω την ζωή, όσον αφορά το “πρέπει”

και μέσα σε αυτό το φόντο θα ζωγραφίσω τα παραμύθια και τα παιδικά μας χρόνια.

Η κοκκινοσκουφίτσα, τα τρία γουρουνάκια, η χιονάτη και οι εφτά νάνοι και άλλα πολλά, είναι ιστορίες που μας κρατούσαν συντροφιά στα παιδικά μας χρόνια. Θυμάμαι τον εαυτό μου να ζητάω παραμύθι από την μητέρα μου, σχεδόν να το απαιτώ και όταν κατάφερνα τον σκοπό μου να ηρεμούσα.. γιατί αυτή η ηρεμία; Στα μάτια ενός παιδιού ο κόσμος είναι ανεξερεύνητο πεδίο, τα παιδιά είναι σφουγγάρια και ο κόσμος για αυτά είναι ένα δωμάτιο γεμάτο νερά που νοιώθουν την αναγκή να το καθαρίσουν. Σίγουρα τους προξενεί περιέργεια το κάθε τι που συναντούν και μπαίνουν στην διαδικασία να το αναλύσουν, μα αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό. Μπορώ να απαριθμήσω εκατοντάδες γεγονότα που θα έκαναν ένα παιδί να αισθανθει φόβο, αηδία, λύπη και άλλα τέτοια συναισθήματα, κατα τη διάρκεια της εξερεύνησης του. Τα γεγονότα που επιδρούν αρνητικά στη ψυχοσύνθεση ενός παιδιού ειναι πολύ περισσότερα από εκείνα που θα του κάνουν καλό. Μέσα σε μια τέτοια καθημερινότητα λοιπόν, το παιδί ψάχνει καταφύγιο. Βρίσκει πολλά η αλήθεια είναι, και ένα από τα αγαπημένα του είναι τα παραμύθια, γιαυτό και η ηρεμία.

Αν προσπαθούσαμε να το αναλύσουμε περισσότερο θα φτάναμε σε ποιό ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Ας σκεφτούμε τους τρόπους που μπορεί να περάσει ένα παιδί όμορφα. Κρυφτό, κυνηγητό, πόλεμος, στρατιωτάκια, φιγούρες σούπερ ηρώων κ.α. Κάποια από αυτά παιχνίδια, κάποια αλλα δραστηριότητες. Κάποια με την απαραίτητη συμμετοχή παρέας, κάποια όχι. Ας σταθούμε στη 2η κατηγορία. Παιχνίδια που μπορούσαμε να παίξουμε μόνοι μας. Πολλά, και τα περισσότερα εξ αυτών έχουν ένα κοινό παρανομαστή. Την φαντασία. Στρατιωτάκια.. φτιάχναμε ολόκληρα σενάρια, που κάποια έγιναν και ταινίες μάλιστα, χρησιμοποιώντας πλαστικές φιγούρες που αγοράζαμε με το κιλό στη νάϊλον, σφραγισμένη σακούλα, χωρις κάτι περισσότερο. Το πολύ πολύ να φτιάχναμε και ένα πεδίο μάχης σε χαρτί ακουαρέλας. Αλλά χρειαζόμασταν μόνο αυτό. Όλα τα υπόλοιπα ήταν μέσα στο κεφάλι μας. Ονόματα στρατιωτών, οι καλοί, οι κακοί, ο ήρωας, το θύμα, η τελευταία, υποχρεωτικά καθηλωτική, σκηνή, τα ΠΑΝΤΑ!

Ερώτηση, ένας ενήλικας, είναι σε θέση να κάνει κάτι ανάλογο; Απάντηση, ΟΧΙ! Γιατί ο ενήλικας έχει χάσει την ξεγνοιασιά του, έχει βέβαια και τα ελαφρυντικά του, μα δεν είναι ικανά αυτά να του χαρίσουν αλλωθι. Το παιδί δεν έχει προλάβει να γνωρίσει τους ανθρώπους και τα είδη τους, σαν μονάδες, για αρχη παίρνει μιαν ιδέα του συνόλου, μα δεν έχει αντιληφθεί τον σκοπό που ο καθένας έχει στο κεφάλι του. Κι αν αυτό συμβεί και το αντιληφθεί η παρέα του, το επόμενο απόγευμα θα ναι καουμπόυ και όχι ινδιάνος. Αν υποθέσουμε πως είμαστε σε έναν πλανήτη γεμάτο διαφημιστικες εταιρείες, μανατζερ, παραγωγούς μεγαλεπίβολων projects και υπάρχει ένα μόνο παιδί, σκεφτείτε λίγο πόσοι θα σφάζονταν να το κάνουν υθίνοντα νου των επιχειρήσεών τους! Αν μπορέσουμε να αποκοπούμε απο πράγματα που γνωρίζουμε και θεωρούμε φυσικά, θα εκπλαγούμε απο αυτή την ικανότητα που μόνο τα παιδιά εχουν.

Ποιά μόρφωση μπορεί να δώσει κάτι ανάλογο; Δεν νομίζω να μπορεί καμία, πολλοί έχουν ακόμα τη φαντασία να δημιουργούν ιστορίες, παραμύθια, δράσεις και αντιδράσεις μέσα στο μυαλό τους, μα παιδιά δεν είναι. Ζούμε σε έναν κόσμο που τα πάντα μαθαίνονται, απο την συγγραφή σεναρίου, μέχρι την παρασκευή φελλών, υπάρχει γύρω μας η εξειδίκευση. Όλα μαθαίνονται, εκτός της φαντασίας, και αυτό με κάνει να καταλήγω στο συμπέρασμα οτι η παιδίκη μας ηλικία είναι αυτό που είμαστε και σιγά σιγά, όπως οδηγούμαστε προς τον θάνατο έτσι φεύγουν και τα συστατικά που μας έκαναν ανθρώπους.

Είμαστε από την φύση μας σουρεαλιστές. Σουρεαλισμός με λίγα λόγια είναι η κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος εκφράζεται (κυριως μεσω εικόνας ή γραπτού λόγου) χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν νόμους φυσικής, ποιο απλά; Χωρις να λαμβάνει υπ’ όψιν τον κόσμο. Αλλά ο σουρεαλισμός αποτελεί εφεύρεση, λυπηρό αυτό. Ο σουρεαλισμός υπάρχει απο τότε που το πρώτο παιδί ξεκίνησε να παίζει. Δεν μας τον έμαθε κανείς, δεν τον διδαχθήκαμε, δεν τον ανακαλύψαμε.. απλά υπήρχε, όπως απλά υπάρχουν τόσα και τόσα γύρω μας. Η καθωσπρέπει, γλυκήτατη γιαγιά με τις απαρχαιωμένες απόψεις περί θρησκείας και οικογένειας μας έλεγε παραμύθια με λύκους που μιλάνε, με άμαξες που μετατρέπονταν σε κολοκύθες, και όλα αυτά ήταν απολύτως φυσιολογικά.

Ακόμα ένα στοιχείο που δυναμώνει μέσα μου αυτή την άποψη είναι η ηρεμία και η γαλήνη που όλοι νοιώθαμε στο άκουσμα των παραμυθιών. Παράγοντες πολλοί που βοηθούσαν, σίγουρα, μα είναι και η δομή των παραμυθιών που κάνει τη διαφορά. Ήταν σαν να μας έλεγαν κάτι που ήδη γνωρίζαμε, σαν να γυρνούσαμε πίσω σε έναν τόπο που όλα έχουν μια οικεία υφή, ξεχνούσαμε όσα συνέβαιναν γύρω μας και αφηνόμασταν στις ιστορίες.

Τα χρόνια πέρασαν όμως, και μας έμαθαν (προσπαθησαν και ακόμα προσπαθούν) να είμαστε σύνολο.. ο έφηβος που λειτουργούσε και σκέφτοταν σαν παιδί άρχισε να νοιώθει άβολα, γιατί γύρω του οι υπόλοιποι άλλαξαν συνήθειες, και άρχισαν να προσέχουν τις συμπεριφορές τους ωστέ να μην δώσουν λαβή για σχόλια στον καθένα. Σιγά σιγά σταμάτησαν τα γέλια, η χαρούμενη κούραση.. τι όμορφο συναίσθημα.. λουσμένα στον ιδρώτα μα με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά μεχρι τη στιγμή που θα κλέιναμε τα μάτια μας το βράδυ. Σταμάτησαν τα παιχνίδια, γιατί κάποιος είδε έναν εξωσχολικό να κάθεται στη σέλα απο τη μηχανή του με το χέρι να κρεμιέται απο την τσέπη και ήθελε να τον μιμηθεί. Αρχίσαμε να βαριόμαστε.. κάποτε περνούσαμε σαββατοκύριακα τρέχοντας από το πρωί ως το βράδυ πάνω κάτω και λίγα χρόνια μετά 2 ώρες ήταν αρκετές να μας κάνουν να βαρεθούμε και να μην γουστάρουμε. Κάποτε οι μαζώξεις για τον εορτασμό ενός φίλου στο σπίτι του, συνοδεύοταν από παιχνίδια και χορούς, μετά απο λίγα χρόνια συνοδεύοταν από προβλήματα εργασιακά, ερωτικά, οικογενειακά. Δυστυχώς υπάρχουν πολλοί θανάτοι στην διάρκεια της ζωής μας και δεν τους δίνουμε σημασία, ο τελευταίος θα ναι αυτός που θα μας πει, αν κάναμε καλά η όχι.Θα ήταν ωραίο να αφεθούμε για μια στιγμή πάλι όλοι μαζί, να βρούμε ξανα τα στρατιωτάκια μας, τις κούκλες, τις μπάλες, τα παραμύθια και να γυρίσουμε στην πραγματική μας φύση. Θα ήταν ωραίο την επόμενη φορά που θα εξιστορήσουμε ένα όνειρό μας να το κάνουμε χωρίς την προσθήκη “είδα όνειρο ότι..”. Πολύ σωστά κάποια φίλη, η οποία είναι και μητέρα δύο παιδιών, είπε ότι εμείς οι ενήλικες προσπαθούμε να δώσουμε βάση σε αυτό που ζούμε και δεν μπορούμε γιατί ψάχνουμε τη σωστή λέξη. Χάνουμε πολλά μεγαλώνοντας.. και κλείνω έτσι.. η κορούλα της προτίμησε να χρησιμοποιήσει τη λέξη “χαρά” για να εκφράσει τι ένοιωσε στον χρόνο που πέρασαν μαζί.

Πόσοι από μας θα ανατριχιάσουν αναλογιζόμενοι την συγκεκριμένη λεξή;

Advertisements

squidie

Σχολιάστε

squidie.

available for voting.. soon at threadless.com

threadless submission

Σχολιάστε

same needs - Threadless T-shirts, Nude No More

available for voting in a few days… hope you like it

destination

Σχολιάστε

περίμενα στην ουρά για εισιτήριο.. μετά κατάλαβα πως στην ουσία πετούσα

give me a hand

Σχολιάστε


η φύση τον έστειλε εκεί που δεν μπόρεσε ο ίδιος να πάει

same need

Σχολιάστε


Πλησίασε σε μέγεθος έναν καταρράκτη, μα έγινε μικρότερη μιας πεταλούδας…

ιστορία φωτιάς

Σχολιάστε

η ιδέα δική μου, η υλοποίηση ανήκει στην Ιωάννα
την οποία και ευχαριστώ

Τα δάχτυλα του έπαιζαν , έψαχναν, τρεμούλιαζαν πάνω στο θαμπωμένο τζάμι της φυλακής του. Χάιδευε με πάθος, σαν μικρό παιδί την σκέψη του.
-Σε αγαπώ τόσο πολύ… σε αγαπώ τόσο πολύ.. σε αγαπώ…
Τα χείλη του καρφωμένα, έμοιαζαν να προσκυνούν την ανάμνηση εκείνη…. εκείνης… Άφηνε το σάλιο του να γίνετε ρυάκι στο πρόσωπο της από τα αναφιλητά, τα μάτια της κλειστά να περιμένουν το άγγιγμα του, τόσο λεία η επιδερμίδα της, τόσο κρύα και εύθραυστη…
-Γιατί δεν μου μιλάς; ΜΙΛΑ ΜΟΥ!
Μα η μορφή του φάνηκε στο τζάμι, το χνώτο του μύριζε ακόμα πάνω στο σάλιο του, που εκείνο με την σειρά του γλιστρούσε όλο και πιο χαμηλά.
-Σε βλέπω! Που πας ανάσα μου; Μην φύγεις!
Τα μάτια του καθρέφτισμα στο τζάμι μα η ματιά του ακολουθούσε την σκιά της. Κρυμμένη στο σκοτάδι της αυλής, μα τα σημάδια της χαραγμένα στα μάτια του.
Τρέχει… τρέχει..
-Στάσου!
Με ένα λευκό παντελόνι πυτζάμας, μια μουχλιασμένη μπλούζα και με δυο πόδια γυμνά να καρφώνονται στο έδαφος, έτρεξε υστερικά προς την εξώπορτα. Μια γριά περίεργα βαλμένη στον κόσμο τούτο, τον κοίταξε με μια κούπα κρασί αγκαλιά.
-Για πού το έβαλες πάλι βλαμμένε;
Την κοίταξε…. Μα τα χέρια του συμφωνούσαν με αυτό που είχε στο μυαλό του… Έσμιγε τα δάχτυλα, αντάμωνε την γροθιά του ξανά…
Ο καπνός από τα χείλη της σταμάτησε να βγαίνει, αιωρούνταν μονάχα στον αέρα, μπλεγμένος από δυσωδία και πατσουλί.
-Είπα κάτι!
Σκίστηκαν τα χείλη από τα δόντια του, τόσος θυμός…. μα άδικο δεν είχε…
Η γροθιά πλησίασε πολύ κοντά….. και ένας ήχος έκανε την πόρτα να ανοίξει με θέληση.
Βαριά και εκείνη όπως η σκέψη του, έκλεισε με δύναμη πίσω και σφράγισε τον δίδυμο αδερφό του, πίσω εκεί στο τζάμι να τον κοιτά να ξεμακραίνει.
Σαν να συναγωνιζόταν ο χρόνος… μια έτρεχε και μια μπουσουλούσε σαν φίδι λίγο πριν σου προτείνει τον καρπό.. Μα εσύ να τον κυνηγάς, να θες να τον προφτάσεις…. να την…
-Στάσου!
Και τα μάτια του γέμισαν με υγρές νύμφες να χορεύουν στα μάγουλα του, να γλιστρούν στον αέρα και να γαντζώνονται στα κλαδιά του κήπου, του δάσους, της ζωής του.
Σταμάτησε… άκουγε την ανάσα του τόσο δυνατά… λαχανιάζοντας. Τα χέρια του ακούμπησαν τα γόνατα του και στηρίχτηκε σκύβοντας να πάρει μιαν ανάσα, να προλάβει να δει κάτι, να ακούσει το χαχανητό της…
-Γιατί παίζεις μαζί μου;
-Γιατί σε αγαπώ…
Σταμάτησε να κινείτε… έπαψε να αναπνέει, φυλάκισε μονάχα την φωνή της, στην καρδιά του για ακόμα μια φορά. Μια φυλακή που μπορείς να αποδράσεις, μια φυλακή κενή και μουντή, μα για εκείνη θα ήταν το παλάτι της, το αρχοντικό της, η φωλιά τους.
-Που είσαι;
-Δίπλα σου…
-Γιατί δεν σε βλέπω;
-Κουτέ… είμαι μέσα στο δέντρο, φυλακισμένη από μάγια…. Μόνο εσύ μπορείς να με σώσεις…
-Ναι .. ναι εγώ! Μονάχα εγώ ψυχή μου…
Έβαλε το χέρι μέσα στην τσέπη και έβγαλε το μοναδικό πράγμα που υπήρχε εκεί μέσα…
Άρχισε να γδέρνει τον φλοιό, να ξύνει με μανία τον κορμό, τα δόντια του γράπωναν τα κλαδιά, όπως κάνει ένα κυνηγόσκυλο με το θήραμα του.. Ο σουγιάς είχε γίνει προς στιγμήν ο καλύτερος του φίλος, εκείνος που τον βοηθούσε να σώσει την αγαπημένη του, την αιώνια αγάπη του, εκείνη που είδε μια και μοναδική φορά, μα την αγάπησε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο… στον κόσμο του.
Τα δάχτυλα του έμοιαζαν με καλλιτέχνη, έμοιαζαν σαν τον ψαλλιδοχέρι στην ταινία του Τιμ Μπαρτον. Ο φλοιός άρχιζε να παίρνει μορφή, να έχει εικόνα στα μάτια του πλέον, σαν τυφλός που τα άνοιγε για πρώτη φορά… μα η καρδία του είχε κρατήσει την μορφή της, την τόσο αέρινη και θεσπέσια για εκείνον.
Τα χέρια του δημιουργούσαν τον “Πινόκιο “της καρδιάς του και το μυαλό του ταξίδευε σε εκείνη την πρώτη ματιά, στο πρώτο κοίταγμα ,στο πρώτο σκίρτημα της καρδιά του. Τυχαία στον δρόμο και ο χρόνος να σταματά στα μάτια της… αμυγδαλωτά, στα χείλη της… κόκκινα και ζωγραφισμένα σαν κούκλας…. στο δέρμα της… χρώμα πορσελάνινο…
-Κοντεύουμε ψυχή μου, δώσε μου ένα λεπτό ακόμα!
Οι κάλοι στα χέρια τώρα είχαν ματώσει, μα στο μυαλό του είχε μονάχα την σωτηρία της, περίμενε την στιγμή που θα την έσφιγγε στην αγκαλιά του για πρώτη φορά…
-Γιατί κλαις καλέ μου;
-Είσαι τόσο όμορφη πριγκηπέσα μου…
Και τα μάτια του γέννησαν θάλασσες… αμίλητος την κοιτούσε… την απολάμβανε….
-Είσαι τόσο όμορφη…
Τα χείλη του κόλλησαν επάνω της, στα μάγουλα της…. Σκληρά τώρα και σε χρώμα ώχρας έμεναν ακίνητα στην ζέστη των φιλιών του.
-Πάει τόσος καιρός, που θέλω να σου πω τόσα πολλά για μένα. Θέλω να μάθω για σένα, για τα όνειρα σου, τι αγαπάς…
-Αγαπώ εσένα…
Ένα χαμόγελο έμεινε καρφιτσωμένο στο πρόσωπο του και μύρια σιωπές ανέβλυζαν στο στόμα του.
Η νύχτα κύλησε και το ξημέρωμα τον βρήκε να της μιλά ακόμα, να την κρατά αγκαλιά του και να της μιλά.
Οι μέρες κύλησαν και η σχέση τους γινόταν ακόμα πιο δυνατή. Της μιλούσε συνέχεια, έπαιζε μαζί της σαν μικρό παιδί.
Ώσπου μια μέρα…
-Να σου ζητήσω κάτι;;
Αμίλητη εκείνη τον κοιτούσε…
-θέλω να κάνουμε ένα τσιγάρο μαζί …
Και τα χείλη του έγλυψαν το χαρτάκι, και στην γλώσσα του έμεινε ο καπνός…. Και ο καπνός έπνιξε τα μάτια του. Μια τζούρα και τα χείλη του άφησαν σάλιο στο τσιγάρο και το τσιγάρο βρέθηκε στα δικά της χείλη τώρα.
-Τι έπαθες; Γιατί θυμώνεις;
Εκείνη δεν του μιλούσε, έπαψε να του μιλά εδώ και πολύ ώρα. Τα χέρια της έμοιαζαν να πυρώνουν από θυμό και τα μάτια της δάκρυα έσταζαν από την κάπνα.
-Γιατί θυμώνεις μάτια μου;!
Η καρδιά του βάραγε ταμπούρλα σαν να πλησιάζει κίνδυνος. Ο φόβος τώρα βρισκόταν στο προσκεφάλι του και του χάιδευε τα μαλλιά.
-Μην παραλογίζεσαι σε παρακαλώ! Τι είναι αυτά που λες;
Το τσιγάρο καρφωμένο στα χείλη της να καίει και μαζί με αυτό να καίγεται και η καρδιά της.
-Όχι μάτια μου! Δεν σε απάτησα ποτέ.. ηρέμησε σε παρακαλώ ζωή μου!
Μα εκείνη έβγαζε φωτιές από το στόμα σαν δράκος σε παραμύθια.
Τα χέρια του κάηκαν αγγίζοντας την, μα η αγάπη του δεν ήθελε να αφεθεί ριμαδιασμένη και πληγωμένη εκεί. Τα ρούχα του άρπαξαν την θλίψη της και ο πόνος έπνιγε τα δάκρυα του. Γονατισμένος έμεινε αγκαλιάζοντας την, παρακαλώντας την να σταματήσει να σκέφτεται έτσι, να ηρεμήσει…. Να τον πιστέψει… μα η φωτιά έπνιγε τώρα και τους δύο, τους αγκάλιαζε…. Και ο τάφος τους γινόταν τώρα φυλακή τους… μα θα ήταν μαζί..αγκαλιασμένοι…. με δάκρυα καθηλωμένα τα μάγουλα του..ακόμα και τώρα.
Ο μόνος θεατής στην ιστορία μας… ήταν εκείνο το κοράκι, εκείνο που βρίσκεται συνήθως μπροστά σε κάθε τι τελειωτικό… σε κάθε τι πληγωμένο και δυνατό.
-Τι κοιτάς;
-Εκείνον τον τρελό εδώ και μέρες….
-Γιατί τι έκανε;
-Σκάλισε ένα δέντρο για αρχή… το έδεσε με ανθρώπινη μορφή…του μιλούσε, το φιλούσε και στο τέλος το έκαψε με ένα τσιγάρο!
-Το έκαψε;
-Ναι… και έκλαιγε… δεν τον απάτησε λέει…. Την αγαπάει ακόμα…

Older Entries